Η δημοκρατία και οι κήνσορές της*

του Όθωνα Κουμαρέλλα

Τα τελευταία χρόνια και με αφορμή τη βαθιά ελληνική κρίση, ξαφνικά η δημοκρατία απέκτησε τόσους διαπρύσιους κήρυκες και υπερασπιστές, που είναι να απορεί κανείς, πως σε τούτο τον τόπο ποτέ δεν κατάφερε να λειτουργήσει στοιχειωδώς ακόμα και αυτή η καρικατούρα της δημοκρατίας, ο αστικός λεγόμενος κοινοβου-λευτισμός.

Παρ’ όλα αυτά, πολύ ωραία και ενδιαφέρουσα -αν όχι και ελπιδοφόρα- κατά μια έννοια η συζήτηση, που επεκτάθηκε σταδιακά και εντός παλαιών και νέων πολιτικών οργανώσεων και κινημάτων του λεγόμενου τότε «αντιμνημονιακού» χώρου.

Κανείς ωστόσο, παρά ελάχιστοι, ίσως μετρούμενοι στα δάκτυλα του ενός χεριού, δεν προχώρησαν παρά κάτω, στο δια ταύτα. Και το δια ταύτα διαπιστώνεται, ότι είναι η σύγχυση και μια απέραντη υποκρισία.

Μια υποκρισία που θέλει τη δημοκρατία ως προπέτασμα,. είτε της σκοπιμότητας και της προσωπικής ιδιοτέλειας, είτε της ανεπάρκειας για δράση και έμπρακτο αποτέλεσμα - απάντηση στην ανάγκη των καιρών.

Επειδή η πράξη γεννά τη θεωρία και όχι το αντίστροφο.

Η δημοκρατία δεν είναι ένα θεωρητικό κατασκεύασμα κανόνων και τρόπων λειτουργίας, που προσαρμόζεται στις ιδεοληψίες του καθένα, αλλά πρώτα και κύρια συμμετοχή στην ευθύνη της παραγωγής συγκεκριμένου έργου και στον έλεγχο του αποτελέσματος με βάση κοινά αποδεκτούς κανόνες.

Δεν είναι θεολογία, ούτε θεωρητικοποίηση της ιδιοτέλειας, ή της αναποτελεσματικότητας και προσαρμογή στα μέτρα και τα σταθμά της κάθε μετριότητας, που προτιμά την μη ευθύνη και την εκ του μακρόθεν κριτική αμπελοφιλοσοφώντας, ή επιβάλλοντας ετσιθελικά τις απόψεις της επειδή οι συνθήκες και η ευπιστία των υπολοίπων της το επιτρέπει.

«Ερευνάτε τας γραφάς» βεβαίως, όμως δεν είναι ο σχολαστικισμός και η αγιοποίηση της διαδικασίας. Είναι η με βήμα το βήμα εξέλιξη και η απόδειξη στην πράξη.

Είναι μια διαδικασία συνεχούς κατάκτησης ολοένα και ενός ανώτερου επιπέδου, ανάλογα με την ωρίμανση των συνθηκών και αφού έχει πρώτα εμπεδωθεί και αποτελεί σταθερή βάση το προηγούμενο στάδιο. Αυτή είναι η δημοκρατία.

Η δημοκρατία δεν είναι μια ατέρμων εκλογοαπολογιστική διαδικασία, δεν θεμελιώνεται με καταστατικά, με διατάγματα, ούτε με νόμους, αν και αυτά είναι απαραίτητα, αφού πρώτα αποδειχθεί στη πράξη η αναγκαιότητά τους. Σεβόμαστε όμως τις διαδικασίες που καθιερώνονται κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μέχρι να προκύψουν νέα δεδομένα και να τις αλλάξουμε. Η δημοκρατία δεν είναι ένα στατικό σύστημα που το αποφασίσαμε, το θεσμοθετήσαμε και πάει και τελείωσε. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να επιβληθεί από τα επάνω, αλλά ούτε να καταλυθεί. Και η «επιβολή», αλλά και η κατάλυση προϋποθέτουν συνευθύνη. Μα ταυτόχρονα προϋποθέτει και σεβασμό σε ό,τι προσώρας κοινά έχει συνομολογηθεί. Αν αρχίσουμε αυτό να το αντιλαμβανόμαστε, τότε ίσως να αρχίσουμε να ψηλαφούμε τα αίτια της σημερινής μας κατάντιας, του εκφυλισμού και του αφανισμού κάθε προοδευτικότητας και κάθε δημοκρατικότητας στην πολιτική και την κοινωνική ζωή της χώρας, που μας κατέστησαν έρμαια στις επίβουλες διαθέσεις των ξένων πατρώνων και να αρχίσουμε να αντιδρούμε πραγματικά και όχι στα λόγια.

Και αυτό, η συνευθύνη δηλαδή, δεν αρέσει καθόλου στους «θεωρητικούς» απολογητές της δημοκρατικής διαδικασίας, αλλά πολύ φοβάμαι ούτε και στις ανεπαρκείς φερόμενες ως «ηγεσίες» που χρησιμοποιούν αυτή τη συνευθύνη για να καλύψουν τις δικές τους αδυναμίες. Αντιστρέφοντας τις προτεραιότητες προτιμούν -με βάση υποτίθεται τας «γραφάς»- και τη θρησκόληπτη αντίληψή τους, είτε την εύκολη διαμαρτυρία και την υπονόμευση από τη συμμετοχή οι μεν, μέχρι να γίνει το «δικό» τους, είτε πολύ χειρότερα το ψεύδος και τη συκοφαντία για να «περάσει» η γραμμή τους και να επιβάλλουν την θεωρητικώς επαπειλούμενη «ηγεσία» τους οι δε. Αγνοούν μόνο, ότι έτσι αποκαλύπτεται η κενότητά τους. Και των μεν και των δε!

Έτσι, πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι όταν ακούμε αυτούς που εύκολα τα «βάζουν» με τις υπαρκτές, ή κατά συνθήκη ηγεσίες και τις κατηγορούν για συγκεντρωτισμό και όλα τα υπόλοιπα κακά, επειδή είναι -πολλές φορές- οι ίδιοι που κάτι παρέλειψαν να κάνουν σωστά, που -όντας ολιγαρχικής νοοτροπίας- προτίμησαν τη μη συμμετοχή και την ανευθυνότητα για να έλθουν εκ των υστέρων να δείξουν ως υπαίτιους της όποιας κακοδαιμονίας, αυτούς που τόλμησαν να αναλάβουν την ευθύνη να πάνε τα πράγματα έστω μισό βήμα μπροστά, είτε το πετυχαίνουν, είτε όχι. Από την άλλη πλευρά, επίσης πρέπει να κρατάμε μικρό καλάθι ακούγοντας όλους αυτούς που παινεύονται για τον εαυτό τους, το «μοναδικό» έργο που προσφέρουν και ότι αν αυτοί δεν υπήρχαν τίποτα δεν θα είχε γίνει. Ότι όλοι οι υπόλοιποι είναι «άχρηστοι» και οι ίδιοι είναι οι μοναδικοί που ξέρουν και μπορούν να προσφέρουν έργο, συνεπώς να ηγούνται, ή να περιφέρονται πέριξ της ηγεσίας. Είτε λειτουργούν για τον εαυτό τους, είτε όχι. Και όσο περισσότεροι κρατάνε για τον εαυτό τους το ρόλο του ανεύθυνου και του κριτή των άλλων, αλλά και ταυτόχρονα του μόνο θεμιτού λήπτη των αποφάσεων, τόσο αφήνεται χώρος για την αυθαιρεσία και την επιβολή. Τόσο γίνεται απόμακρος και ξεθωριάζει ο στόχος και η κοινή προοπτική. Και ό,τι ισχύει σε πολιτειακό επίπεδο, δεν μπορεί παρά να βρίσκει αντανάκλαση σε κάθε πτυχή και έκφανση κάθε είδους πολιτικοκοινωνικής οργάνωσης και διαδικασίας, άρα και στο εσωτερικών οργανώσεων που θέτουν ως κύριο στόχο και σκοπό την ανατροπή του σημερινού status και μια άλλη δημοκρατική πορεία για τη χώρα.

Η δημοκρατία είναι ένα δυναμικό και εξελισσόμενο -στο διηνεκές- σύστημα συμμετοχής και ανάληψης έμπρακτα της ευθύνης της πράξης και του αποτελέσματός της. Είναι μια πορεία συνεχούς εξέλιξης και εμπλουτισμού εμπειρίας. Δεν διδάσκεται. Κάθε στάδιό της καταχτιέται βιωματικά, γίνεται αυτονόητο κτήμα και δεν αμφισβητείται στο βαθμό που το επιβάλουν τόσο οι αντικειμενικές συνθήκες, όσο και η ωρίμανση του υποκειμενικού λεγόμενου παράγοντα.

Η δημοκρατία δεν είναι απλά ένα θεσμικό πλαίσιο και ένα σύνολο κανονιστικών διατάξεων που αποφασίζουν οι πλειοψηφίες και τις εφαρμόζουν κατά το δοκούν και απαιτούν να τις σέβονται οι μειοψηφίες, ούτε το δικαίωμα των δεύτερων να «ζυμώνουν» ελεύθερα την άποψή τους και να την καθιστούν πλειοψηφική, στο βαθμό που έχουν δίκιο. Εδώ ο αστικός κοινοβουλευτισμός τα έχει καταφέρει αρκετά καλά στο να δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ελεύθερης ζύμωσης και να ελέγχει τελικά τις κάθε φορά διαμορφούμενες πλειοψηφίες σύμφωνα με τα συμφέροντα της επικρατούσας ολιγαρχικής ελίτ.

Είναι -πρώτα απ’ όλα- η συνειδητοποίηση ότι αυτή η «άποψη» σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ασπίδα του «εγώ», αντικαθιστώντας το επιχείρημα με την προσαρμογή της πραγματικότητας σε αυτό που βολεύει τον ίδιο το φορέα της άποψης, είτε αποτελεί την πλειοψηφία, είτε τη μειοψηφία. Είτε βρίσκεται στη θέση της ηγεσίας, είτε όχι. Αυτοί που λειτουργούν έτσι προσβάλλουν βάναυσα τη δημοκρατία και οπισθοδρομούν την εξέλιξή της.

Η δημοκρατία τελικά είναι σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στα χέρια ιδιοτελών και τυχοδιωκτών, είτε στα χέρια πλεγματικών, ημιμαθών, ή ιδεοληπτικών, που στο όνομά της είναι έτοιμοι να διαπράξουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Ποιος κρίνει είναι το ζητούμενο και η «απέραντη» δυσκολία….

Όλοι μαζί, ή έστω η πλειοψηφία θα απαντήσει εύκολα κάποιος. Σύμφωνοι, αλλά με βάση ποια κριτήρια; Έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα πρόσβασης στα πραγματικά περιστατικά και την πληροφορία ατόφια χωρίς αποπροσανατολιστικά περιτυλίγματα; Έχουν όλοι την ίδια δυνατότητα κριτικής σκέψης και αποτίμησης; Έχουν όλοι την ίδια ανιδιοτέλεια και την ίδια αίσθηση του κοινού συμφέροντος, απαλλαγμένου από συμφέροντα, εγωισμούς και ιδεοληψίες; Προφανώς είναι πολύ δύσκολο όλα αυτά να συνυπάρξουν στον καθένα και κάθε φορά που καλείται να αποφασίσει. Βεβαίως η αρχή της πλειοψηφίας όσο λειτουργεί «φιλτράρει», αρκεί όμως αυτό πάντα; Ή μήπως όλα είναι υπό αίρεση καθιστώντας το προφανές και την ευκολία στην απάντηση του ποιος κρίνει, ταυτόχρονα φενάκη και υπεκφυγή; Και η περιγραφή μιας ιστορικής διαδρομής, ή της υφιστάμενης κατάστασης, μπορεί να μας δίνει μια εικόνα και να οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, αλλά -ας είμαστε ειλικρινείς- απαντήσεις δεν δίνει, όπως και όλες αυτές οι «φιλολογικού» τύπου συζητήσεις. Και οι απαντήσεις σε πολύπλοκα κοινωνιολογικά φαινόμενα ουδέποτε υπήρξαν μονοσήμαντες και έχουσες γενική εφαρμογή. Τα πάντα κρίνονται κάτω από τις επικρατούσες αντικειμενικές συνθήκες, καθώς και τον υποκειμενικό παράγοντα στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.

Η δημοκρατία προϋποθέτει την ισότητα όλων, αλλά απεχθάνεται την ομοιομορφία. Κι εδώ υπάρχει σε πολλούς σοβαρή σύγχυση. Είμαστε ίσοι, αλλά δεν είμαστε ίδιοι. Ούτε όλοι έχουν τις ίδιες δυνατότητες και τις ίδιες αδυναμίες. Η προσπάθεια να γίνουν όλοι ίδιοι σε μια ελάχιστη βάση, εξισώνοντας τον τεμπέλη με τον εργατικό, τον μορφωμένο με τον αγράμματο, τον ικανό, με τον ανίκανο, τον ταλαντούχο με τον ατάλαντο, οδηγεί σε αποτρόπαιες στρεβλώσεις και στη δικτατορία του επιτηδείου που με προστυχιά και υποδαυλίζοντας τα κατώτερα ένστικτα των μαζών καταφέρνει να επιβάλει τη βούλησή του σε βάρος συνολικά της κοινότητας. Η δημοκρατία είναι συνυφασμένη με την αξιοκρατία. Η ολιγαρχία με την αναξιοκρατία. Καθεστώτα που στο όνομα της ισότητας, ισοπέδωσαν τα πάντα προς τα κάτω και επέτρεψαν την μετατροπή των κοινωνιών τους σε ένα απέραντο στρατώνα ομοιομορφίας παλιννόστησαν τις πιο ακραίες ολιγαρχικές δομές και τελικά κατέρρευσαν ακριβώς λόγω αυτής της αναξιοκρατικής λογικής που επικράτησε μέσω της ισοπέδωσης.

Πολλοί μπερδεύουν την αξιοκρατία με την αριστοκρατία. Καμία σχέση. Μια δημοκρατική κοινωνική οργάνωση οφείλει να μπορεί να εκμεταλλεύεται με θετικό τρόπο, τις ικανότητες και τα ταλέντα κάθε επί μέρους μέλους της, προστατεύοντας ταυτόχρονα και δίνοντας την ευκαιρία ακόμα και στους λιγότερο ικανούς, ή τους αδύναμους να βελτιώνονται και να προσφέρουν στον κοινό σκοπό. Αυτό σε γενικές γραμμές είναι αξιοκρατία. Κι εδώ οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι συγκρίνοντας εκ του αποτελέσματος τα διάφορα πολιτικοοικονομικά συστήματα, ο καπιταλισμός τα κατάφερε καλύτερα από τον «υπαρκτό», δημιουργώντας έντεχνα μια ψευδαίσθηση -επί της ουσίας- αξιοκρατικής επιλογής, μέσω της υποτιθέμενης προστασίας του ατομικού δικαιώματος και των ίσων ευκαιριών….

Αναθεματίζουμε την ανάθεση και πολύ σωστά -ως ένα βαθμό. Ωστόσο αν παραδεχθούμε ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι και ο καθένας μας έχει ξεχωριστές δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα αδυναμίες και ελλείψεις, ακόμα χρόνο και διάθεση, τότε η ανάθεση σε επί μέρους τομείς, είναι μια αποδεκτή και πρόσφορη διαδικασία, αρκεί να υπάρχει ο έλεγχος στο αποτέλεσμα και η έμπρακτη ανάληψη της ευθύνης, με βάση την πραγματικότητα και όχι με βάση τις προσωπικές ανεπάρκειες του καθένα, ή την ιδεοληψία του. Η αναγνώριση ότι δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλοι όλα και με την ίδια ταχύτητα και ποιότητα στο αποτέλεσμα είναι ένα θεμιτό κατ’ αρχή βήμα, αλλά συνάμα δεν αποτελεί δικαιολογία αποφυγής της συμμετοχής στη συλλογική προσπάθεια. Ούτε φυσικά λόγο και δικαιολογητική βάση εκκαθαρίσεων των μη «αρεστών», ή των «επικινδύνων» μόνο επειδή κάποιος αισθάνεται, ότι η ικανότητα κάποιου μπορεί να αναδείξει τη δική του ανεπάρκεια, ή αδυναμία.

Δεν είναι η ελευθεριότητα του κάνω ό,τι θέλω, άμα θέλω και όταν το θέλω. Επειδή -εκτός των άλλων- αυτή ακριβώς η ελευθεριότητα προβάλλεται ως ατομικό δικαίωμα και ελευθερία -είτε των «από κάτω», είτε των «από πάνω» και υποδαυλίζεται από το σύστημα για να μπορεί να κατισχύει των αντιπάλων του, κρατώντας τους σε πλήρη αδυναμία οργάνωσης της αντίδρασής τους. Είναι η αυστηρότητα και η επιείκεια συνάμα στις κρίσεις και στις αποφάσεις. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται την ελεύθερη βούλησή του να ταιριάζει στο πλαίσιο της ομάδας, πολύ περισσότερο μιας ομάδας που θέλει να αντισταθεί στο καθεστώς, οφείλει να απομακρυνθεί από αυτήν και να μην αποτελεί ανασχετικό παράγοντα στην προσπάθειά της.

Τελικά, είναι το Μέτρο και η Χρυσή Τομή ανάμεσα στην ατομική και τη συλλογική προσπάθεια και δράση και στον έλεγχο του αποτελέσματος. Εδώ η εκλογή σε κρίσιμα πόστα είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια, ούτε ο τρόπος επιλογής αποτελεί την πεμπτουσία της δημοκρατίας. Μπορεί να είναι η κλήρωση μεταξύ ατόμων με ίδια περίπου προσόντα, μπορεί ακόμα και η ανάθεση σε αυτούς που η πλειοψηφία θεωρεί ικανούς, αρκεί να υπάρχει πάντα έλεγχος του αποτελέσματος, λογοδοσία και ανάληψη της ευθύνης.

Ενώ δεν είναι πάντα ο ικανότερος αυτός που καταφέρνει να κρατά ισορροπίες, να αποφεύγει τη σύγκρουση, να τα έχει με όλους καλά και με ωραία και μεγάλα λόγια, ακόμα και με ψέματα να διαμορφώνει το «προφίλ» του. Αν ήταν έτσι τότε π.χ. ο Τσίπρας είναι ο ικανότερος και καλά κάνει και παριστάνει τον πρωθυπουργό. Όμως δεν είναι έτσι! Ικανός είναι αυτός που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα και δεν διστάζει να πάει κόντρα στο ρεύμα, έστω και μόνος, λέγοντας την αλήθεια και προτείνοντας τις λύσεις.

Συνεπώς τα κριτήρια των επιλογών έχουν μεγαλύτερη αξία από αυτές καθ’ αυτές τις διαδικασίες. Κι εδώ υπεισέρχεται η έννοια της λογοδοσίας με βάση το αποτέλεσμα και την ποιότητά του. Και δεν λογοδοτούν μόνο οι εκλεγμένοι, ή οι κληρωτοί, ή η έστω κατ’ ανάθεση επιλεγμένοι, που μπαίνουν μπροστά, αλλά και όλοι όσοι συμμετέχουν από διαφορετική θέση, είτε απολύτως ενεργητικά, είτε λιγότερο σε μια συλλογική διαδικασία παραγωγής συγκεκριμένου αποτελέσματος και επίτευξης στόχων.

Εμμένοντας -οι «θεωρητικοί» της δημοκρατίας μας- με θρησκευτική προσήλωση στις διαδικασίες όπως οι ίδιοι τις αντιλαμβάνονται προς το συμφέρον τους, καθόλου δεν τους απασχολεί η επίτευξη των στόχων είτε μιας πολιτικής οργάνωσης, μιας οργανωμένης κοινωνικής ομάδας με συγκεκριμένη στόχευση στη δράση της, ενός κινήματος ανατροπής, είτε ευρύτερα μιας ολόκληρης κοινωνίας, που θέλει να βαδίζει σταθερά προς την ευημερία και την προσωπική ευτυχία του καθενός από τα μέλη της. Κι επειδή αυτό σε πολλούς φαντάζει απόμακρο συγχέουν τον τελικό σκοπό με το μέσο και τις διαδικασίες. Ή ακόμη χειρότερα τις χρησιμοποιούν κατά το δοκούν και τις παραβιάζουν ασύστολα, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις προσωπικές τους ιδιοτέλειες. Εκεί τελικά στις ατέρμονες διαδικασίες, συνήθως παρασκηνίου, στους λεγόμενους τακτικισμούς και την ίντριγκα βρίσκουν την προσωπική τους ολοκλήρωση οι ανεπαρκείς κατά τα λοιπά άτεγκτοι… «αμεσοδημοκράτες», οι «αποτελεσματικοί», οι… «συνεπείς» αγωνιστές, «ορθόδοξοι» κομμουνιστές και οι «θεόσταλτοι» σωτήρες, κυρίως μέσω των αυλικών τους, που εξ αρχής φροντίζουν για την ύπαρξη και μακροημέρευσή τους.

Έχουν πεισθεί -και θέλουν να μας πείσουν-, ότι προέχει είτε η διαδικασία και ότι η δημοκρατία βρίσκεται καμιά φορά περίπου στον αντίποδα της αποτελεσματικότητας, θέτοντας το αντίστοιχο δίλημμα. Είτε καταρρακώνοντας κάθε διαδικασία, ότι προέχει δήθεν ο κοινός σκοπός, που είναι οι μόνοι που μπορούν να τον υπηρετήσουν και όσοι το αμφισβητούν είναι αντίπαλοι και «προδότες». Δεν είναι έτσι. Η δημοκρατία είναι συνυφασμένη με την αποτελεσματικότητα, που με τη σειρά της προϋποθέτει συνεργασία και όχι επιβολή, αλλιώς θα ήταν άχρηστη. Γι’ αυτό προϋποθέτει γνώση, ευθύνη και συνειδητή πειθαρχία. Όσο η ίδια η υπόστασή της απαιτεί τη μεγίστη δυνατή κατανόηση, την ανοχή, τη βαθιά έμπρακτη αλληλεγγύη προς τους λιγότερο ισχυρούς, την επιείκεια, άλλο τόσο απαιτεί την αυστηρότητα στην υλοποίηση των στόχων που τίθενται και στον έλεγχο του αποτελέσματος, με βάση προκαθορισμένες και κοινά αποδεκτές διαδικασίες.

Αντίθετα, ο ετσιθελισμός και η επιβολή του δεν χρειάζονται, ούτε τη γνώση, ούτε τη συνεργασία για τον κοινό σκοπό. Αρκεί η επιτηδειότητα και η «καπατσοσύνη», ανεξαρτήτως αποτελέσματος! Φτάνει στις αποτυχίες να βρίσκεται πάντα ο κατάλληλος αποδιοπομπαίος τράγος.

Πέραν, λοιπόν, των διαδικασιών η δημοκρατία είναι κάτι πολύ παραπάνω.

Η δημοκρατία είναι η ευθύνη της πράξης, η επίγνωση της δυνατότητας, ή της αδυναμίας, και η απόφαση για την ανάληψή της, συμμετέχοντας στη συλλογική διαδικασία με βάση αυτή την επίγνωση των δυνατοτήτων και με τη βούληση που εκφράζεται έμπρακτα για συστηματική βελτίωσή τους.

Είναι ένα εξελισσόμενο ρυθμιστικό και αξιακό σύστημα με επίκεντρο τον άνθρωπο, τις ανάγκες και τις αδυναμίες του. Είναι τελικά λογική, νοοτροπία και αντίληψη συμπεριφοράς και ανθρωπίνων σχέσεων. Είναι γνώση. Γι’ αυτό προϋποθέτει Παιδεία και προπαντός ειλικρίνεια στις προθέσεις. Χωρίς αυτά είναι «άδειο πουκάμισο», λειτουργεί προσχηματικά και αφήνει διάπλατα τις πόρτες ανοικτές σε κάθε κατάχρηση, σε κάθε σφετερισμό.

Η δημοκρατία εν τέλει είναι συνυφασμένη με την εξέλιξη του ανθρώπου και τον πολιτισμό. Η ενίσχυσή της είναι πολιτισμική κατάκτηση και ένα ανώτερο στάδιο στην πορεία της ανθρωπότητας συνολικά, αλλά και στο εσωτερικό ενός απελευθερωτικού κινήματος πιο ειδικά. Η υποχώρησή της σημαίνει επιστροφή προς τη βαρβαρότητα. Η κατάργησή της σηματοδοτεί τον πρωτογονισμό και την κυριαρχία των πιο ταπεινών ενστίκτων επάνω στη λογική και το συναίσθημα.

Και εκεί ακριβώς οδηγεί η έλλειψη ειλικρίνειας και η υποκρισία των μετριοτήτων, που αποφεύγοντας την ευθεία αντιπαράθεση και το επιχείρημα, χρησιμοποιούν το ψέμα και τη συκοφαντία, στρεβλώνοντας συστηματικά την αλήθεια. Καταφεύγουν προσχηματικά, πέρα από την αυτοδιαφήμιση και την προβολή του εαυτού τους, είτε σε θεωρητικά σχήματα ως θέσφατα, είτε σε ιστορικές αναφορές και σε τσιτάτα για να αιτιολογήσουν την έλλειψη επιχειρημάτων και λογικής βάσης στο σήμερα και την αδυναμία ανταπόκρισης επί του πρακτέου.

Κι όπως λέει κι ο λαός: «λαγός την φτέρη έσειε, κακό της κεφαλής του».

Εν τέλει όπως με τυχοδιωκτισμούς και με τις θρησκόληπτες εμμονές που για να επιβληθούν χρησιμοποιούν το παρασκήνιο, το ψέμα και την υποκρισία, δεν οικοδομείται η δημοκρατία, έτσι ούτε η μάχιμη οργάνωση και ο στόχος ξεθωριάζει, όσο κι αν βαυκαλίζονται οι επιτήδειοι, ότι είναι οι μόνοι άξιοι και συνεπείς! Πότε επιτέλους θα πάψουν ορισμένοι να κοροϊδεύουν εαυτούς και αλλήλους;

*Σημείωση: Το παρόν άρθρο αποτελεί επικαιροποιημένη αναδημοσίευση παλαιότερου με τον ίδιο τίτλο


Ετικέτες ,